Τάσσος Α. (1914 - 1985)

Γεννήθηκε στη Λευκοχώρα Μεσσηνίας το 1914. Το 1930 ξεκίνησε τις σπουδές του στην ΑΣΚΤ της Αθήνας, ζωγραφική και γλυπτική, με τους Αργυρό, Παρθένη και Θ. Θωμόπουλο. Το 1933 γράφτηκε στο νέο εργαστήριο χαρακτικής του Κεφαλληνού, από το οποίο αποφοίτησε το 1939. Ήδη το 1936 είχε παρουσιάσει μια πρώτη ατομική έκθεση στο βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκη. Το 1940 ήταν μεταξύ των μαθητών του Κεφαλληνού, που σχεδίασαν προπαγανδιστικές αφίσες για τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Στα χρόνια της Κατοχής συνέχισε να σχεδιάζει αφίσες και παράνομα αντιστασιακά έντυπα. Είχε οργανωθεί από μικρός στην Αριστερά και ήταν ιδρυτικό μέλος του ΕΑΜ Καλλιτεχνών.
Από το 1939 έκανε εξώφυλλα και εικονογραφήσεις για βιβλία και περιοδικά. Το 1948 έγινε καλλιτεχνικός σύμβουλος του λιθογραφείου «Ασπιώτη-Έλκα» και άρχισε να εικονογραφεί σχολικά βιβλία για τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ). Από το 1954 έως το 1967, συνεργαζόμενος με τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, εφάρμοσε σημαντικές καινοτομίες στο σχεδιασμό γραμματοσήμων, ενώ από το 1962 σχεδίαζε και τα γραμματόσημα της Κύπρου. Το 1959 ανέλαβε την διεύθυνση του Τμήματος Γραφικών Τεχνών στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο, όπου δίδαξε μέχρι το 1967.
Το χαρακτικό του έργο επηρεάστηκε αρχικά από τα πρότυπα του Μεσοπολέμου και η θεματολογία του αντανακλούσε το κλίμα του πολέμου, της κατοχής και της αντίστασης. Μετά την απελευθέρωση, επεκτάθηκε σε πιο ουδέτερα θέματα, νεκρές φύσεις, γυμνά, κ.λπ., σε έγχρωμες ή μαυρόασπρες ξυλογραφίες. Στην ώριμη φάση της χαρακτικής του, από τα χρόνια του ’60, κυριαρχούν οι μεγάλου μεγέθους ξυλογραφίες σε πλάγιο (σπανιότερα σε όρθιο) ξύλο, που αναδεικνύουν την αντίθεση του μαύρου-άσπρου, σε μνημειακές συνθέσεις με ανθρώπινες φιγούρες. Το σύνολο του έργου του διακρίνεται για την τεχνική και εικαστική του αρτιότητα, την προσωπική ερμηνεία παραδοσιακών μορφών, και μια ανθρωπιστική διάσταση, που συχνά παίρνει τη μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας (όπως στα έργα που δημιούργησε τον καιρό της δικτατορίας, 1967-1974).
Ήταν ιδρυτικό μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας «Στάθμη» (1949) και της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης (1977) . Τιμήθηκε με βραβεία και μετάλλια χαρακτικής στην Ελλάδα (1938, 1940, 1964) και στην Κρακοβία (1966). Έχει βραβευτεί επίσης επανειλημμένα για βιβλία και λευκώματα που εικονογράφησε. Ήταν επίτιμο μέλος της Academia del Disegno της Φλωρεντίας από το 1963 και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης από το 1976.
Έκανε 18 ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και συμμετείχε σε διεθνείς διοργνώσεις (Μπιενάλε Βενετίας 1950, Sao Paulo 1961) και στις περισσότερες Μπιενάλε Χαρακτικής (Λουγκάνο, Λιουμπλιάνα, Τόκιο, κ.α.). Παρουσίασε αναδρομικές εκθέσεις εν ζωή, το 1953 (εφ. Το Βήμα), 1964 (ΑΤΙ) και 1975 (Εθνική Πινακοθήκη). Μετά το θάνατό του (Αθήνα 1985), το έργο του εκτέθηκε αναδρομικά στη Εθνική Πινακοθήκη και στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, το 1987.
Το 1986 ιδρύθηκε η «Εταιρεία Εικαστικών Τεχνών Α. Τάσσος», με σκοπό τη διάδοση του έργου του και την υποστήριξη της ελληνικής χαρακτικής, και έδρα το σπίτι του στο Μετς, το οποίο μετατράπηκε σε μουσείο.