Βουρλούμης Ανδρέας (1910 - 1999)

Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1910 το μικρότερο από τα τρία παιδιά του Παναγή Α. Βουρλούμη (1867-1950) εμπόρου και πολιτικού. Μεγάλωσε στην Αθήνα και η κλίση του στη ζωγραφική εκδηλώθηκε από την παιδική του ηλικία. Από δώδεκα ετών, με την προτροπή του πατέρα του, παρακολούθησε ιδιαίτερα μαθήματα ζωγραφικής, και μαθήτευσε πλάϊ στον Βέλγο Pic (Βέλγος ζωγράφος μετακληθείς στην Ελλάδα επί Βενιζέλου για την εκπαίδευση των διδασκάλων Τεχνικών). Δεν έκανε όμως ποτέ συστηματικές σπουδές στην τέχνη. Σπούδασε διακριθείς Χημεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (αποφοίτησε το 1933), αλλά αφοσιώνεται στην τέχνη του, παραμένων ιδιοφυής και αυτοδίδακτος.
Μετά την αποφοίτησή του έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε για δυο χρόνια. Σε αυτό το διάστημα παρακολούθησε εκθέσεις στα μουσεία και τις γκαλερί και έκανε ελεύθερες σπουδές ζωγραφικής. Επέστρεψε έπειτα στην Ελλάδα και αφού παντρεύτηκε το 1936 εγκατέλειψε την συνέχιση των σπουδών και τις ακαδημαϊκές αναζητήσεις. Απέκτησε τρία παιδιά (1937-1941) με την Υπατία Παππά (1915-2010) και έκτοτε διαμένει στην Αθήνα ασχολούμενος απαρέγκλιτα με την ζωγραφική.
Η ζωγραφική αποτελεί για τον Βουρλούμη πλήρη ενασχόληση οντολογικού σκοπού. Ίσως να αποτελεί δείγμα ζωγράφου, ζωγραφικά ασχολούμενου δίχως ακαδημαϊκή στάση ή προσκόλληση σε μόδες. Παραστατικός, χαμηλότονος, λεπτός κολορίστας, διακριτικά τολμηρός, ουδέποτε φωνασκών. Καταγράφει με απλά μέσα και ιχνογραφικό τρόπο αυτό που τον συγκινεί. Απλός και ακέραιος με θέματα καθημερινά, περιπατητικά, οδοιπορικά, πραγματογνωστικά και τς εξοχές των μετακινήσεών του. Καταθέτει αυτό που γνωρίζει και ζωγραφίζει κυρίως από φυσικού στηριζόμενος σε μικρά σημειωματάρια- ζωγραφικές ατζέντες. Το βίωμα του πολέμου και η περιήγηση στην ύπαιθρο χώρα τον ωθούν να διευρύνει τον αντιληπτικό και αισθητικό του ορίζοντα. Ούτως ανακαλύπτει και μελετά την λαϊκή τέχνη και βυζαντινή μουσική κοντά στον Σίμωνα Καρά και γνωρίζει τον Κόντογλου και τον Τσαρούχη αλλά διαχωρίζει το δυτικό από το αστικό και το λαϊκό υπηρετώντας διακριτικά και τα τρία. Ζωγράφισε επίσης πολλές φορητές εικόνες σε αυστηρό βυζαντινό ύφος. Παρουσίασε την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αίθουσα Τέχνης «Μόνικα Πέην» το 1954. Ακολούθησαν άλλες δέκα κατά τη διάρκεια της ζωής του και ισάριθμες μετά θάνατον.
Το έργο του αποτελείται από λάδια, ακουαρέλες, σχέδια, παστέλ και αυγοτέμπερες. Μερικές φορές η χημική σύνθεση των χρωμάτων του προέρχεται από δικούς του πειραματισμούς. Ασχολήθηκε κυρίως με την τοπιογραφία, τις νεκρές φύσεις και τα πορτραίτα και δέχθηκε αναθέσεις τις οποίες ολοκλήρωσε με φυσικότητα και ελάχιστη ακαδημαϊκότητα. Συχνές είναι επίσης στη δουλειά του, οι απεικονίσεις εσωτερικών χώρων και σκηνών της καθημερινής ζωής. Προσέγγισε τα θέματά του μένοντας κοντά στο κλίμα της γενιάς του ’30 και με σεβασμό στη ρεαλιστική αναπαράσταση, έχοντας παράλληλα εσωτερικεύσει τα διδάγματα των ιμπρεσιονιστών. Το χρώμα παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωγραφική του. Η φόρμα και το φως αποδίδονται σε χαμηλούς τόνους, με διακριτικές χρωματικές πινελιές που μοιάζουν ελεύθερες και φυσικές. Τα έργα έχουν συνήθως περιορισμένες διαστάσεις και οι συνθέσεις είναι απλές και ανεπιτήδευτες, χωρίς προοπτικές εντάσεις, αλλά με μια αίσθηση συνέχειας του χώρου του πίνακα με τον εξωτερικό κόσμο.
Παρουσίασε το έργο του σε ατομικές και συμμετείχε σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις. Έλαβε μέρος σε όλες σχεδόν τις Πανελλήνιες και στις εκθέσεις της ομάδας Αρμός (1949, 1952), της οποίας υπήρξε ενεργό μέλος. Εκπροσώπησε την Ελλάδα στη Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1955). Έργα του ανήκουν στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Πινακοθήκης Δήμου Αθηναίων, Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης κ.α.. Απεβίωσε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1999.